Δ

Ήμουν πάντα μάγκας,
ξύπνιος, δυνατός,
απ’ όλους τ’ άρπαζα,
όλους τους έστελνα
και τώρα χορτάτος
βάλθηκα νάβρω ηρεμία.

Έψαξα, πάλεψα,
τίποτε,
κουράστηκα.

Χαμένος και χαμένος
έγειρα πάνω στη κρύα πέτρα,
μεσ’το κελί του ονόματός μου
και είπα, φτάνει πια.

Γεμίσανε οι τοίχοι κατορθώματα
γίνανε βρόγχος άτιμος,
μια αλυσίδα στο λαιμό μου,
και είπα: πάλι αστόχησα
παρά που πόσους νίκησα.

Σφράγισα μάτια
και με λυτές πια τις γροθιές
έσφιξα πάνω μου γλυκά και φίλησα
ολόλευκη, παρθένα απελπισία.

Και είπα ναι, τελείωσε
και αν όχι, να, τελειώνει.

Τότε φτερούγισες μεσ’ το σκοτάδι
με κοίταξες από ψηλά,
μ΄ένα χαμόγελο χαμήλωσες
και πάτησες μεσ’ τη ψυχή μου.

-Ποια είσ’ εσύ;

-Φτάνει, είπες, πια, αλίμενε αλήτη,
φτάνει ως εδώ το κίβδηλο κι’ η λύπη.
τ΄όφελος κι η οφειλή το ξέρεις πια
πλεκτά χάσκουν μπροστά σου,
παντοτινά.

-Και πως σε λένε σένα γλύκα μου;
-μένα με λένε Σωτηρία.
-και τι πουλάς;
-Ελευθερία.
-κι από τι;
-πάρε μαζί σου αλφαβητάρι, ένα κερί
κι’ αγκάλιασε με τώρα τρυφερά
και θα σου δείξω.

-κι αν είσαι πάλι εσύ το ίδιο με τις άλλες,
τις εικόνες τις χρυσές και τις μεγάλες;

-όχι, εγώ θα σ’αγαπώ.
-αγάπη; και τι παναπεί; ιδρώνω.
-πάμε θα σου το πω στο δρόμο.

-και τι το θέλεις το κερί;
-μη και μας κάψει το σκοτάδι.

-και ποιό το τίμημα;
-Εσύ ολάκερος.
-τι να με κάνεις,
στο πνεύμα είμαι άκληρος.

-Νομίζεις.

Τότε μ’ ανέβασες
σε θρόνο με χρυσά φτερά και
φύγαμε αγκαλιασμένοι
μέσα σε κόσμο λαμπερό
με το κερί αναμμένο.

Και αμέσως άρχισα να βλέπω.

-Τι βλέπεις;

-Βλέπω φωλιές αγαπημένων
που μοσχοβολούν πολύτιμη λατρεία,
βλέπω την πίστη διάκοσμο,
Γόρδιες ψυχές σε τρυφερή πορεία,
και πως τους λέν’ αυτούς;

-Αγάπη.

-Θέλεις να μείνεις εδώ;
-Ναι θέλω, μα προχώρα ακόμη λίγο παρακάτω.

-Τι βλέπεις;

-Βλέπω ζεστές χειραψίες κι αγκαλιάσματα,
ο ένας στον άλλο αίμα δίνει,
όλοι μαζί σε δύσκολα περάσματα
στα πρόσωπά τους η γαλήνη,
πώς τους λέν’ αυτούς;

-Φιλία.

-Θέλεις εδώ να κατέβεις;
-Ναι θέλω, μα προχώρα και πιο πέρα.

-Τι βλέπεις;

-Βλέπω πολλούς να τρών΄από το ίδιο πιάτο,
τραγούδια λέν κοινά, όμορφη μελωδία,
δάκρυ δεν προλαβαίνει χάμω να κυλήσει
γιατί στεγνώνει σ’ άλλου το μάγουλο σαν ευλογία,
και πώς τους λένε τούτους πάλι;

-Ελεημοσύνη.

-Θέλεις εδώ να κατέβεις;
-Ναι θέλω, μα πάμε και πιο πέρα.

-Τι βλέπεις;

-Τι βλέπω, ώ τι βλέπω Θέ μου εδώ πέρα,
ο ένας κλαίει κι ο άλλος του γελάει,
ο ένας πονεί κι άλλος του τραγουδάει,
ο ένας γονατίζει κι ο άλλος τον βοηθά να σηκωθεί,
άλλος που ταπεινώνεται κι άλλος που τον ορθώνει,
άλλος που ντρέπεται κι άλλος απ΄την ντροπή τον σώνει,
άνθη γεμάτ’ ολόγυρα και τι ακριβή ευωδία,
ώ τι υπέροχη μεριά, μοιάζει με Εκκλησία!
και πώς τους λές αυτούς τους τυχερούς;

-Συγχώρηση,
είπες και δεν πρόλαβα να πώ
πως θέλω εδώ να μείνω.

Έσβησε ξάφνου το κερί,
μια εξαΰλωση μέσ’ το σκοτάδι,
χάθηκες, χάθηκα, τυφλώθηκα
και μέσα σε τάφο βρέθηκα.

και μόνο απ’ έξω σ΄άκουγ’ αρμονικά, σκληρά, μιά μιά
να μπήγεις φοβερή τη πρόκα στο καπάκι
και να με θάβεις τραγουδώντας άσπλαχνα
μέσα στης γης τα μαύρα βάθη,
μπήγωντας κι επιγραφή με τ΄ όνομά σου,
τ΄αληθινό αυτή την φορά, τ΄όνομα της γενιάς σου.

Συγκλονίστηκα.
πέθανα λοιπόν;
έτσι; άδοξα; για στοχάσου.

Ναι προδότρα ιδέα, μ΄έφαγες,
μα πάλι έμεινε κάτι.
Τ’ όνομά σου.

Βοήθα του τάφου η αδυναμία
βόηθα και συ η νεκρική ησυχία
βοηθάτε με φύλλα πεσμένα μαραμένα,
βοηθάτε με σκουλήκια πεινασμένα.

Έσφιξα πάλι τις γροθιές,
πήρα δυνάμεις, νάξερα από πού,
τίναξα χέρια πόδια και ψυχή και τα εμπόδια
κι είδα πριν να τελειώσω και χαθώ στην κόλαση
την μαύρη την επιγραφή με τ’ όνομά σου:

-Ανταπόδοση.

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.